Η Υποψ. Διδάκτωρ κα Ελένη Σταματοπούλου συμμετείχε στο 17ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καρδιομεταβολικών Παραγόντων Κινδύνου, με επιτυχή παρουσίαση Εργασιών στην Ετήσια Νοσ/κή Ημερίδα, με τη συμ/χή και της Υποψ. Διδάκτορος κας Αθανασίας Σταματοπούλου
Επίκαιρες επιστημονικές εργασίες παρουσιάστηκαν από την κα Ελένη Σταματοπούλου PhDc Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής-Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών, MSc Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, MSc Διοίκηση Μονάδων Υγείας & Κοινωνικής Πρόνοιας Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής & Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λειτουργός Δημόσιας Υγείας, Εκπαιδευτικός, Ακαδημαϊκή Υπότροφος Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, RN Γ.Ν.Α. ΚΑΤ, Μέλος Ελληνικής Εταιρείας Εσωτερικής Παθολογίας, Member PCRS-UK και από την κα Αθανασία Σταματοπούλου, PhDc Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής-Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών, Οικονομολόγος, MSc International Human Resource Management, MSc Διοίκηση Μονάδων Υγείας & Κοινωνικής Πρόνοιας ΠΑ.Δ.Α. & Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Εκπαιδευτικός, Ακαδημαϊκή Υπότροφος Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στα πλαίσια του 17ου Πανελληνίου Συνεδρίου Καρδιομεταβολικών Παραγόντων Κινδύνου το όποιο τελέστηκε υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας και της Περιφέρειας Πελοποννήσου/Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας καθώς αναδείχθηκαν στην ημερίδα διαδικτυακά οι παρακάτω ενδιαφέρουσες επιστημονικές εργασίες:
Α) ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ. Συμμετείχαν η κα Αθανασία Σταματοπούλου, η κα Ελένη Σταματοπούλου, ο κ. Ιωάννης Κυριαζής MD, PhD, FNSCOPE, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Διευθυντής Παθολογικής Κλινικής & Επιστ. Υπεύθυνος Διαβητολογικού Ιατρείου και Ιατρείου Παχυσαρκίας Γ.Ν. Αττικής «Κ.Α.Τ.», Πρόεδρος Δ.Σ. Εταιρείας Μελέτης Παραγόντων Κινδύνου για Αγγειακά Νοσήματα (Ε.Μ.Πα.Κ.Α.Ν.), Γραμματέας Δ.Σ. Εταιρείας Παθολογίας Ελλάδος (Ε.Π.Ε.), ο κ. Δημήτριος Χανιώτης MD, PhD, FESC, Καθηγητής, Πρόεδρος Τμήματος Βιοϊατρικών Επιστημών, Σχολή Επιστημών Υγείας και Πρόνοιας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (Πα.Δ.Α.) και ο κ. Φραγκίσκος Χανιώτης MD, PhD, FESC, Ομότιμος Καθηγητής, Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών, Σχολή Επιστημών Υγείας και Πρόνοιας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (Πα.Δ.Α.). Κατά την εισαγωγή τονίστηκε ότι η σημασία του τρόπου ζωής για την υγεία και την ευημερία είναι πολύ σημαντική για τους νέους.
Το μεγαλύτερο βάρος των ασθενειών στις ανεπτυγμένες χώρες δεν προέρχεται από το φυσικό περιβάλλον αλλά από πτυχές της ατομικής συμπεριφοράς, που συχνά αναφέρονται ως «τρόπος ζωής». Σκοπός ήταν η ανάδειξη της συσχέτισης του «τρόπου ζωής» που σχετίζεται με την υγεία στους νέους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πολυάριθμες μελέτες έχουν αναδείξει συσχετίσεις μεταξύ ορισμένων συμπεριφορών που σχετίζονται με την υγεία.
Οι παράγοντες κινδύνου στην παιδική ηλικία και οι διαχρονικές μελέτες συμπεριφοράς έχουν καταδείξει ότι η εγκαθίδρυση ενός υγιεινού τρόπου ζωής και η υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών στους νέους μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραγμένων συμπεριφορών και ψυχικών διαταραχών σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στους νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18 έως 39 ετών έχει αυξηθεί δραματικά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στους νεαρούς ενήλικες είναι 34%, ενώ ο συνδυασμένος επιπολασμός του υπέρβαρου και της παχυσαρκίας είναι 66%. Η σχέση μεταξύ του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ είναι καλά τεκμηριωμένη, καθώς έχουν αναφερθεί συσχετίσεις μεταξύ της κατανάλωσης καφέ, αλκοόλ και τσιγάρων. Επιπλέον, η σωματική αδράνεια έχει συσχετιστεί με το κάπνισμα, ανεξάρτητα από την κατανάλωση αλκοόλ και με τη διατροφή πλούσια σε λιπαρά. Οι κύριες διαστάσεις του τρόπου ζωής που επηρεάζουν την υγεία περιλαμβάνουν τη σωματική δραστηριότητα (η τακτική σωματική άσκηση είναι απαραίτητη για τη σωματική και ψυχική ευεξία των νέων), μια ισορροπημένη και θρεπτική διατροφή, ο ποιοτικός και επαρκής ύπνος, γενικότερα η αποφυγή ανθυγιεινών συμπεριφορών, καθώς και οι κοινωνικές σχέσεις και το περιβάλλον.
Η ενσωμάτωση όλων των παραπάνω μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην πρόληψη χρόνιων παθήσεων και στην προαγωγή της συνολικής υγείας και ευεξίας. Τα κύρια συμπεράσματα ήταν ότι η προώθηση υγιεινών συνηθειών και η πρόληψη επικίνδυνων συμπεριφορών στους νέους είναι κρίσιμη για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης υγείας και ευημερίας. Οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες υγείας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη και την καθοδήγηση των νέων προς έναν υγιεινό τρόπο ζωής.
Η αξιολόγηση του τρόπου ζωής σε σχέση με την υγεία παρέχει σημαντικές πληροφορίες στον τομέα της Δημόσιας Υγείας και την εφαρμογή των ολιστικών πολιτικών πρόληψης, οι οποίες είναι απαραίτητες για την υλοποίηση των αποτελεσματικών προγραμμάτων σε όλες τις διαστάσεις τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής υγείας, συμβάλλοντας στη διασφάλιση της ποιότητας ζωής τους.
Β) ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ. Συμμετείχαν η κα Ελένη Σταματοπούλου, ο κ. Ιωάννης Κυριαζής, ο κ. Συμεών Τουρνής MD, PhD, Ενδοκρινολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης στο Εργαστήριο Έρευνας Παθήσεων Μυοσκελετικού Συστήματος (ΕΕΠΜΣ) Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, ο κ. Κωνσταντίνος Πολύζος MD, PhD, ΜSc, Επιμελητής Β’ Ε.Σ.Υ., Παθολόγος Γ.Ν.Α. ΚΑΤ, ο κ. Ευαγγελόπουλος Δημήτριος Στέργιος MD, PhD, Ορθοπαιδικός Χειρουργός, Επίκουρος Καθηγητής Εργαστήριο Έρευνας Παθήσεων Μυοσκελετικού Συστήματος (ΕΕΠΜΣ) Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑκαι ο κ. Δημήτριος Χανιώτης. Αρχικά αναφέρθηκε ότι ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) και η οστεοπόρωση είναι δύο χρόνιες ασθένειες με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης στους ηλικιωμένους. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η ανάδειξη της συσχέτισης του ΣΔ και της οστεοπόρωσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα περίπου 463 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως εμφάνισαν ΣΔ το 2019 και ο αριθμός αυτός προβλέπεται να αυξηθεί στα 700 εκατομμύρια μέχρι το 2045. Επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων ισχίου, βραχιονίου και ποδιού σε ηλικιωμένα άτομα με διαβήτη. Οι διαβητικοί ηλικιωμένοι έχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, ως αποτέλεσμα τουλάχιστον εν μέρει της κακής όρασης, της περιφερικής νευροπάθειας και της αποδυνάμωσης της μυϊκής απόδοσης. Ο διαβήτης μπορεί να επηρεάσει τον οστικό ιστό με διαφορετικούς μηχανισμούς, όπως η παχυσαρκία, η υπερινσουλιναιμία, η εναπόθεση τελικών προϊόντων προηγμένης γλυκοζυλίωσης σε ίνες κολλαγόνου, τα μειωμένα επίπεδα της σωματομεδίνης C (IGF-
1) στην κυκλοφορία, η υπερασβεστιουρία, η νεφρική δυσλειτουργία, η μικροαγγειοπάθεια και η χρόνια φλεγμονή. Ενώ ο διαβήτης τύπου 1 σχετίζεται γενικά με μια ήπια μείωση της οστικής πυκνότητας (BMD), ο διαβήτης τύπου 2, πιο διαδεδομένος σε ηλικιωμένα άτομα, συνδέεται συχνά με φυσιολογική ή υψηλή οστική πυκνότητα.